Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Να πας να φυλάξεις γίδια...



Ανεκμετάλλευτες δυνατότητες έχει ο κλάδος της εγχώριας αιγοτροφίας, ο οποίος μπορεί υπό προϋποθέσεις να στηρίξει την ανάπτυξη στην ελληνική περιφέρεια. Ωστόσο, σύμφωνα με τους ειδικούς, απειλείται με εγκατάλειψη κι αφανισμό, αφού ο παραδοσιακός τρόπος άσκησης της δραστηριότητας, με τις μικρές εκμεταλλεύσεις, την αδιαφορία εκσυγχρονισμού υποδομών και την απουσία πνεύματος επιχειρηματικότητας, την καθιστούν μη βιώσιμη.
Τη δυσοίωνη αυτή πρόβλεψη διατύπωσε ο αναπληρωτής καθηγητής του ΑΠΘ και διευθυντής στο Εργαστήριο Ζωοτεχνίας της Κτηνιατρικής Σχολής, Γεώργιος Αρσένος, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου  για εξαφάνιση μέσα στην επόμενη 5ετία του μισού εγχώριου πληθυσμού αιγών αν δεν αναληφθούν σημαντικές πρωτοβουλίες. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο πρόσφατης ημερίδας του ΓΕΩΤΕΕ στη Θεσσαλονίκη, για τη «Συμβολή της αιγοτροφίας στην αγροτική ανάπτυξη της Ελλάδας: Προβλήματα και προοπτικές», το εγχώριο ποίμνιο αιγών αριθμεί συνολικά 5.024.946 γίδια (4.726.640 θηλυκά και 298.306 τράγοι) και αντιστοιχεί σε 65.031 εκμεταλλεύσεις.
«Από αυτές, όμως, σχεδόν 50.000 εκμεταλλεύσεις με 1,12 εκατομμύρια γίδια είναι μη βιώσιμες, καθώς αφορούν σε κοπάδια που αριθμούν έως 100 ζώα, ενώ άλλες 7.278 εκμεταλλεύσεις, με πληθυσμό 1,06 εκατ. γίδια, είναι οριακά βιώσιμες, με μέγεθος από 100 έως 200 ζώα» εξήγησε ο κ. Αρσένος.

Αρμέγονται και σφάζονται αλλά κρέας και γάλα δεν βλέπουμε
Ο καθηγητής Γεώργιος Αρσένος, για να δικαιολογήσει περαιτέρω την απαισιόδοξη πρόβλεψή του για αφανισμό της ελληνικής αιγοτροφίας, τόνισε ότι, ενώ πέρσι αρμέχτηκαν περί τα 3.571.729 γίδια και δηλώθηκε παραγωγή 406.955 τόνων γάλακτος, το «δρόμο» για την εγχώρια γαλακτοβιομηχανία πήραν μόνο οι 152.189 τόνοι. «Οι υπόλοιποι όγκοι γάλακτος πού πήγαν;» διερωτήθηκε, εκφράζοντας απογοήτευση και για την τιμή πώλησής του προϊόντος, η οποία κυμάνθηκε μεταξύ 0,40 και 0,67 ευρώ ανά κιλό και «θα πρέπει  να δούμε πώς θα τη βελτιώσουμε».
Προβληματική η παραγωγή κρέατος
Εξίσου προβληματική διαπιστώνεται και η παραγωγή κρέατος από γίδια, αφού από 3,7 εκατ. ζώα που σφάχτηκαν πέρυσι, παρήχθησαν μόνο 36.299 τόνοι κρέατος και όχι μόνο είναι λίγοι, αλλά πωλήθηκαν και φθηνά. «Στην ουσία ο παραγωγός επιδοτεί κάθε σφάγιο με σχεδόν 30 ευρώ, για να μπορεί να το φάει ο καταναλωτής», είπε χαρακτηριστικά ο καθηγητής και αποφάνθηκε πως «το κρέας πωλείται πάμφθηνα, με συνέπεια να καθίσταται η εκτροφή αντιοικονομική».
Την κακή εικόνα του κλάδου συμπληρώνει η απουσία στόχευσης και στο επίπεδο παραγωγής γεννητόρων (ούτε καν για τη φυλή «Σκοπέλου», την  πλέον βελτιωμένη του τόπου, μαζί με την ντόπια και της Δαμασκού), ο περιορισμένος εκσυγχρονισμός των εκμεταλλεύσεων (ελάχιστοι έχουν παρασκευαστήρια ζωοτροφών, ενσιροδιανομείς, αρμεκτήρια κ.λπ.), το μη ισορροπημένο σιτηρέσιο των ζώων, αλλά και η έλλειψη σχεδίου για την αντιμετώπιση σειράς ασθενειών όπως η παραφυματίωση, η οποία, κατά τον κ. Αρσένο, «είναι το σημαντικότερο πρόβλημα και το σαράκι που τρώει την ελληνική αιγοτροφία».
Παρότι «ξεχασμένος» ωστόσο, ο κλάδος διαθέτει αναξιοποίητη δυναμική που μπορεί να αναδειχθεί υπό προϋποθέσεις.
«Το μεγάλο στοίχημα είναι να αλλάξουμε τη νοοτροπία εξορίας, με την οποία έχει ταυτιστεί η φράση να πας και να φυλάξεις γίδια», είπε ο καθηγητής και πρόσθεσε ότι «ναι, η ελληνική αιγοτροφία έχει προοπτικές και μέλλον να είναι βιώσιμη».
Εκτροφείς-επιχειρηματίες και καινοτόμα προϊόντα
Με βάση στατιστικά στοιχεία από μελέτη που εκπονείται στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος SOLID (με τη συμμετοχή 10  χωρών και 25 φορέων) για τη βιώσιμη ανάπτυξη των εκτροφών χαμηλών εισροών και τη βιολογική κτηνοτροφία, ο κ. Αρσένος σημείωσε ότι 7.300 εκμεταλλεύσεις με 2,16 εκατ. γίδια και άλλες 1.000 με 668 χιλ. ζώα, είναι η «καρδιά» του εθνικού ποιμνίου που μπορεί να αποτελέσει πυλώνα για να στηριχθεί η ανάπτυξη.

«Το μέλλον της γιδοτροφίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τους ίδιους τους παραγωγούς, που θα πρέπει να λειτουργήσουν ως επιχειρηματίες, με την υποστήριξη κρατικών φορέων, ερευνητικών ινστιτούτων, αλλά και πανεπιστημίων», τόνισε και συμπλήρωσε πως «το μέλλον του κλάδου θα κριθεί από την έκβαση των προσπαθειών για δημιουργία επιχειρηματικού πνεύματος στους εκτροφείς και στη διαμόρφωση πλαισίου συνεργασίας με τις μεταποιητικές επιχειρήσεις για την ανάπτυξη και παραγωγή καινοτόμων προϊόντων από γίδινο γάλα, με εξαγώγιμα χαρακτηριστικά».
Παράλληλα, τα μικρά ποίμνια θα πρέπει να αναβαθμιστούν, με στόχο τη δημιουργία ημιεντατικά εκτρεφόμενων ομάδων 300-500 ζώων και να συνδυαστούν με την ιδιοπαραγωγή ζωοτροφών καθώς και με ένταση των προσπαθειών για βελτίωση της ποιότητας γάλακτος και των μεθόδων εκτροφής. Καταλυτική θα είναι επίσης και η αξιοποίηση βελτιωμένων γενοτύπων.
Ο κ. Αρσένος έκανε ιδιαίτερη αναφορά στην ανάγκη τυποποίησης του κρέατος κατσικιών, παστερίωσης του γάλακτος και παραγωγής γάλακτος σε σκόνη ως υποκατάστατο του μητρικού γάλακτος, παραγωγής καινούριων γαλακτοκομικών προϊόντων, αλλά και στον εκσυγχρονισμό της παραγωγής, καθώς και στη χρήση νέων τεχνολογιών και σύγχρονων επιστημονικών δεδομένων. Χαρακτήρισε, μάλιστα, ενθαρρυντικό ότι στα ράφια των σούπερ μάρκετ αυξάνεται ο αριθμός των προϊόντων γάλακτος από κατσίκια, αν αναλογιστεί κανείς ότι πριν πέντε χρόνια δεν υπήρχε κανένα.
Στην ίδια εκδήλωση η Σταματίνα Τριβιζάκη, γεωπόνος–ζωοτέχνης από το Κέντρο Γενετικής Βελτίωσης Ζώων Νέας Μεσημβρίας, υποστήριξε ότι  εκτός από την Αίγα Σκοπέλου, που αποτελείται από 41 εκμεταλλεύσεις και περίπου 8.500 ζώα, με σχεδόν 300 κιλά ετήσια γαλακτοπαραγωγής, το εθνικό ποίμνιο απαρτίζεται από τη μεγάλη βλάχικη οικογένεια αιγών (σ.σ. Μπαρμπάτσικη και Ελικοειδούς Κερασφόρου) με μέση ετήσια γαλακτοπαραγωγή στα 80 κιλά και τις (ολιγομελείς) φυλές Καρύστου, Κεφαλληνίας και Ικαρίας.
Στις δέκα βασικές ασθένειες του κλάδου αναφέρθηκε ο Νεκτ. Γιαδίνης, επίκουρος καθηγητής στην Κτηνιατρική Σχολή του ΑΠΘ, τονίζοντας ότι αυτές είναι η παραφυματίωση, οι αποβολές, η λοιμώδης αγαλαξία, οι μυκοπλασματικές πνευμονίες, το διαρροϊκό σύνδρομο, η ενδορινική νεοπλασία, οι μαστίτιδες, η μυική δυστροφία, η λιστερίωση αλλά και η δερματίτιδα μαστού.

Επιμέλεια: Λιάμης Λεωνίδας

Ολόκληρη η παρουσίαση του καθηγητή Γεωργίου Αρσένιου εδώ

πηγή