Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

Αποδοτική η καλλιέργεια των κτηνοτροφικών φυτών

Οι καλλιέργειες των κτηνοτροφικών φυτών διακρίνονται για το χαμηλό κόστος παραγωγής, επειδή δεν απαιτούνται ψεκασμοί με φυτοφάρμακα, ενώ η συγκομιδή γίνεται με τα ίδια μηχανήματα που χρησιμοποιούνται Κοίτασμα... χρυσού κρύβεται στις καλλιέργειες που χρησιμοποιούνται για ζωοτροφές. Η διαρκής έλλειψη ζωοτροφών, από τη μία, που φέτος μάλιστα εκτόξευσε τις τιμές στα ύψη, και οι πανάκριβες εισαγόμενες ζωοτροφές από την άλλη καθιστούν πρώτης τάξεως επαγγελματική ευκαιρία την ενασχόληση με καλλιέργειες όπως είναι πρωτίστως τα ψυχανθή (τριφύλλι, κτηνοτροφικό ρεβίθι κ.ά.) και δευτερευόντως τα δημητριακά.

Η σημερινή συγκυρία είναι πολύ ευνοϊκή για την καλλιέργεια στη χώρα μας σε πιο εντατικούς ρυθμούς των καλλιεργειών που χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφές, επειδή η ωφέλεια θα είναι πολύπλευρη για την αγροτική οικονομία και τους παραγωγούς αλλά και γενικότερα για την εθνική οικονομία, δεδομένου ότι θα μειωθούν οι εισαγωγές κυρίως της σόγιας.
Οι καλλιέργειες των κτηνοτροφικών φυτών διακρίνονται για το χαμηλό κόστος παραγωγής, επειδή δεν απαιτούνται ψεκασμοί με φυτοφάρμακα, ενώ η συγκομιδή γίνεται με τα ίδια μηχανήματα που χρησιμοποιούνται στα σιτηρά
Τα φυτά που μπορούν και πρέπει να καλλιεργηθούν στη χώρα μας ως ζωοτροφές είναι τα κτηνοτροφικά ψυχανθή και τα σιτηρά. Τα πλεονεκτήματα αυτών των ειδών είναι ότι δεν είναι μεταλλαγμένα, όπως η μεγαλύτερη ποσότητα (70%) της σόγιας που εισάγεται στη χώρα μας και η οποία αποτελεί την κυριότερη ζωοτροφή της κτηνοτροφίας.
Τα κτηνοτροφικά ψυχανθή για παραγωγή ζωοτροφών -όπως αναφέρει στις Επαγγελματικές Ευκαιρίες ο γεωπόνος Κάσσανδρος Γάτσιος- μπορούν να αντικαταστήσουν κάποιες καλλιέργειες άλλων φυτών που σήμερα δεν είναι ανταγωνιστικές, όπως είναι ο καπνός και το βαμβάκι. Συνήθως καλλιεργούνται ως ξερικές καλλιέργειες, χωρίς να χρειάζονται πότισμα. Μπορούν να αξιοποιήσουν χαμηλής γονιμότητας εδάφη και μάλιστα να τα εμπλουτίσουν με άζωτο, ώστε να είναι γόνιμα για τις επόμενες καλλιέργειες.
Οι καλλιέργειες αυτές διακρίνονται για το χαμηλό κόστος παραγωγής, επειδή δεν απαιτούνται ψεκασμοί με φυτοφάρμακα, ενώ η καλλιέργειά τους και η συγκομιδή γίνεται με τα ίδια μηχανήματα που χρησιμοποιούνται στα σιτηρά.
Μειωμένα τα αποθέματα
Αποδοτική η καλλιέργεια των κτηνοτροφικών φυτών
Την τελευταία τριετία, λόγω της μειωμένης συγκομιδής δημητριακών σε παγκόσμιο επίπεδο, εξαιτίας της ξηρασίας που έχει εκδηλωθεί στις κυριότερες χώρες παραγωγής τους, έχουν εμφανιστεί πολλές αρνητικές επιπτώσεις στην παραγωγή και την εμπορία των αγροτικών προϊόντων. Μία από τις αρνητικές αυτές επιπτώσεις ήταν η μείωση των παγκόσμιων αποθεμάτων των σιτηρών, με αποτέλεσμα την άνοδο της τιμής τους σε παγκόσμιο επίπεδο. Η απαγόρευση των ρωσικών εξαγωγών σιταριού σε συνδυασμό με την ξηρασία που έπληξε την καλλιέργεια καλα?ποκιού των ΗΠΑ επιδείνωσε τα πράγματα. Η άνοδος των τιμών στον αραβόσιτο αλλά και στο μαλακό σιτάρι, που χρησιμοποιούνται πέρα από τη διατροφή των ανθρώπων και ως ζωοτροφές, επέδρασε προκαλώντας μεγάλες ανατιμήσεις και στις τιμές των άλλων σιτηρών, όπως είναι το κριθάρι, η σίκαλη, η βρώμη, επειδή η ζήτηση για τα σιτηρά αυτά, ως υποκατάστατα του σίτου και του αραβοσίτου, από τις κτηνοτροφικές επιχειρήσεις, αυξήθηκε σημαντικά. Η αύξηση των ζωοτροφών επέδρασε αρνητικά στο κόστος λειτουργίας των κτηνοτροφικών επιχειρήσεων αλλά και στην άνοδο των τιμών των προϊόντων ζωικής προέλευσης.
Αποδοτική η καλλιέργεια των κτηνοτροφικών φυτών
Κατά την εμπορική περίοδο 2011/2012 η κατανάλωση μαλακού σίτου στην Ευρωπαϊκή Ενωση των 27 χωρών ανήλθε στους 118,5 εκατ. τόνους, εκ των οποίων το 47% περίπου χρησιμοποιήθηκε ως ζωοτροφή, το 40% για ανθρώπινη κατανάλωση, το 9% για βιομηχανική χρήση και ειδικότερα ένα 4% (4,6 εκατ. τόνοι) για παραγωγή βιοκαυσίμων.
Στο κριθάρι, η κατανάλωση ανήλθε στους 47,9 εκατ. τόνους, εκ των οποίων 75% χρησιμοποιήθηκε για ζωοτροφή. Η κατανάλωση αραβοσίτου στην Ευρωπαϊκή Ενωση αντίστοιχα ανήλθε στους 66,5 εκατ. τόνους, εκ των οποίων το 81% χρησιμοποιήθηκε ως ζωοτροφή, το 7% για ανθρώπινη κατανάλωση, το 11% για βιομηχανική χρήση και ειδικότερα ένα 4% (2,7 εκατ. τόνοι) για την παραγωγή βιοκαυσίμων. Το κλίμα της χώρας μας είναι ευνοϊκό για την καλλιέργεια ζωοτροφών και η καλλιέργεια ειδικά των κτηνοτροφικών ψυχανθών, όπως είναι η μηδική, τα τριφύλλια, το κτηνοτροφικό μπιζέλι, ο βίκος, τα ρεβίθια κ.ά., μπορεί να δώσει λύση στην ανεπάρκεια σε ζωοτροφές στη χώρα μας.
Αποδοτική η καλλιέργεια των κτηνοτροφικών φυτών
Μερικά από αυτά, όπως η μηδική και τα τριφύλλια, καλλιεργούνται αποκλειστικά για το χόρτο τους, που χρησιμοποιείται σε διάφορες μορφές από την κτηνοτροφία. Αλλα, όπως ο βίκος και η ρόβη, καλλιεργούνται για το χόρτο και τους σπόρους τους αποκλειστικά για τη διατροφή των ζώων, ενώ άλλα, όπως το λαθούρι, τα ρεβίθια ή τα μπιζέλια, καλλιεργούνται τόσο για ζωοτροφές όσο και για τη διατροφή των ανθρώπων.
Τα ψυχανθή έχουν μεγαλύτερη θρεπτική αξία σε σύγκριση με τα άλλα κτηνοτροφικά φυτά, επειδή περιέχουν μεγάλες ποσότητες πρωτεϊνών και ανόργανων στοιχείων. Επίσης οι πρωτεΐνες που περιέχουν είναι ανώτερης βιολογικής αξίας στη διατροφή των ζώων.
ΤΡΙΦΥΛΛΙ
Αποδοτική η καλλιέργεια των κτηνοτροφικών φυτών
Ψήφο εμπιστοσύνης στη βιολογική καλλιέργεια «Στροφή» στη βιολογική καλλιέργεια τριφυλλιού, που καταγράφει καλύτερες οικονομικές επιδόσεις και δεν απαιτεί ιδιαίτερη καλλιεργητική φροντίδα, παρατηρείται το τελευταίο διάστημα. Ενας εκ των βασικών λόγων που πολλοί παραγωγοί άρχισαν να δίνουν... ψήφο εμπιστοσύνης στην καλλιέργεια μηδικής είναι ότι προσφέρει εισόδημα για μία πενταετία με μόλις μία σπορά.
Μάλιστα, οι τιμές παραγωγού εμφανίζουν αξιοσημείωτη σταθερότητα, με τα καθαρά κέρδη στη βιολογική καλλιέργεια μηδικής -η οποία μάλιστα επιδοτείται- να υπολογίζονται σε 430 ευρώ ανά στρέμμα.
Το τριφύλλι αναπτύσσεται σε ποικιλία εδαφών, αρκεί το έδαφος να στραγγίζει καλά. Η μηδική μπορεί να αναπτυχθεί ύστερα από σχεδόν οποιοδήποτε φυτό. Για άριστα αποτελέσματα επιλέγονται τα πιο γόνιμα χωράφια. Για τα μέτριας γονιμότητας χωράφια υπάρχουν άλλες καλλιέργειες πολύ πιο κατάλληλες. Οι αποδόσεις σε χλωρό χόρτο κυμαίνονται γύρω στους 2 με 2,5 τόνους το στρέμμα. Το μεγαλύτερο όμως μέρος της παραγωγής διατηρείται υπό μορφή σανού με υγρασία κάτω από 20%. Οι αποδόσεις σε ξερό σανό ανά στρέμμα φθάνουν τον 1,5 τόνο ανά στρέμμα.
Η μηδική είναι το κυριότερο κτηνοτροφικό φυτό της χώρας μας. Καλλιεργείται για την παραγωγή σανού, χλωρού χόρτου και βοσκής σε ποτιστικά ή ξηρικά χωράφια σε όλες τις περιοχές της χώρας.
Το ψύχος, η περίσσεια υγρασίας στο έδαφος και το χαμηλό ρΗ είναι περιοριστικοί παράγοντες. Πρέπει να προτιμούνται τα βαθιά, μέσης σύστασης γόνιμα εδάφη, που στραγγίζουν καλά και περιέχουν αρκετό ασβέστιο.
Η μηδική πρέπει να κόβεται σε ύψος περίπου 5 εκ. πάνω από το έδαφος για καλύτερα αποτελέσματα. Κοπή σε μεγαλύτερο ύψος σημαίνει απώλεια παραγωγής, κοπή σε μικρότερο ύψος μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ζημίες μέχρι και καταστροφή των «κεφαλών» της μηδικής.
Τα περιστρεφόμενα χορτοκοπτικά, αν δεν ρυθμιστούν καλά, θερίζουν πολύ χαμηλά και προκαλούν πολύ σοβαρές ζημίες στη μηδική. Ανάλογα με την περιοχή γίνονται 5-6 κοπές τον χρόνο.
Στην ξηρική καλλιέργεια ο καλύτερος τρόπος αξιοποιήσεως είναι η βόσκηση.
Η μέση τιμή του σανού μηδικής ήταν το 2011 στα 0,15-0,17 ευρώ το κιλό. Το 2012 η τιμή της μηδικής ανέβηκε λόγω της ανόδου της τιμής των σιτηρών και είναι 0,2-0,22 ευρώ το κιλό.
ΜΠΙΖΕΛΙΑ: ΥΨΗΛΕΣ ΟΙ ΤΙΜΕΣ ΠΩΛΗΣΗΣ
Τα μπιζέλια αναπτύσσουν ένα ισχυρό ριζικό σύστημα, το κτηνοτροφικό μπιζέλι ευδοκιμεί σε εύκρατες περιοχές και ανέχεται ήπιους παγετούς. Αναπτύσσεται σε όλα τα είδη των εδαφών, αλλά προτιμά τα καλά στραγγιζόμενα αργιλοπηλώδη εδάφη. Δεν είναι απαιτητικό σε λιπάσματα, συνήθως χρησιμοποιείται μια μικρή ποσότητα φωσφορικού λιπάσματος. Μπορεί να καλλιεργηθεί ως αρδευόμενη αλλά και ως ξηρική καλλιέργεια, όπου υπάρχει επαρκής εδαφική υγρασία. Η ποσότητα του σπόρου είναι 13-16 κιλά το στρέμμα.
Συγκομίζεται για σανό και για καρπό. Οταν καλλιεργείται για σανό, συνήθως καλλιεργείται μαζί με κριθάρι ή σίκαλη. Η τιμή πώλησης των κτηνοτροφικών μπιζελιών είναι 0,16-18 ευρώ το κιλό, ενώ το κόστος εγκατάστασης είναι 40-50 ευρώ το στρέμμα. Η μέση παραγωγή σε καρπό είναι 220-250 κιλά το στρέμμα.
ΡΕΒΙΘΙ
Παραγωγή έως και 280 κιλά ανά στρέμμα
Το ρεβίθι μπορεί να καλλιεργηθεί ως ζωοτροφή σε ξερικά χωράφια και είναι φυτό που αντέχει στις χαμηλές θερμοκρασίες κατά το φύτρωμά του τον χειμώνα, ενώ είναι ποικιλία κατάλληλη για φθινοπωρινή σπορά στις πιο ψυχρές περιοχές της Ελλάδος,
Απαιτούμενη ποσότητα σπόρου σποράς είναι τα 12-15 κιλά στο στρέμμα. Η μέση απόδοση καρπού σε φθινοπωρινή σπορά είναι τα 200-280 κιλά στο στρέμμα, ενώ οι τιμές που μπορούν να έχουν οι καρποί των κτηνοτροφικών ρεβιθιών είναι περίπου 0,15-0,17 ευρώ το κιλό.
Το ρεβίθι έχει πολύ λίγες απαιτήσεις σε έδαφος γι' αυτό μπορεί να καλλιεργηθεί σε μεγάλη ποικιλία τύπων εδαφών, από τα ελαφρά αμμώδη μέχρι και τα αργιλώδη.
Είναι φυτό πολύ ανθεκτικό στην ξηρασία γι' αυτό και η καλλιέργειά του επεκτείνεται ακόμη και σε περιοχές με ελάχιστες βροχές. Οταν όμως υπάρχει δυνατότητα για πότισμα κατά την άνθηση και καρποφορία των φυτών, τότε μπορεί να αυξηθούν θεαματικά οι αποδόσεις καρπού. Τα ρεβίθια, όπως και η σόγια, έχουν μια σχετικά καλή ισορροπία σε αμινοξέα εκτός από τα θειούχα (μεθιονίνη, κυστίνη) και πολύ υψηλή περιεκτικότητα σε λυσίνη, που καλύπτει τις απαιτήσεις των μονογαστρικών ζώων (χοιρινά, πουλερικά).
Αντίθετα, οι σπόροι των δημητριακών (κριθάρι) έχουν μικρή περιεκτικότητα σε λυσίνη, ενώ είναι σχετικά πλούσιοι σε μεθειονίνη. Επομένως, οι πρωτεΐνες των δημητριακών και του ρεβιθιού είναι από θρεπτική άποψη συμπληρωματικές και θα πρέπει στα σιτηρέσια να συνυπάρχουν.
Στη χώρα μας, μέχρι πρόσφατα το ρεβίθι καλλιεργούνταν αποκλειστικά ως όσπριο για κατανάλωση από τον άνθρωπο και οι ανάγκες σε πρωτεΐνες των σιτηρεσίων των αγροτικών ζώων, είτε πρόκειται για μηρυκαστικά (βοοειδή, αιγοπρόβατα), είτε για μονογαστρικά (χοιρινά, πουλερικά), καλύπτονταν κυρίως με τη συμμετοχή στα σιτηρέσιά τους καρπού σόγιας, που εισάγεται σχεδόν εξ ολοκλήρου από το εξωτερικό.
Ο καρπός του ρεβιθιού μπορεί να αντικαταστήσει 100% τη σόγια στα σιτηρέσια των ζώων με εξίσου άριστα αποτελέσματα στην παραγωγή κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων, όπως με τη σόγια. Ο καρπός του ρεβιθιού αποτελεί μια εξαιρετική πρωτεϊνούχα συμπυκνωμένη ζωοτροφή κατάλληλη για βοοειδή, αιγοπρόβατα, χοιρινά και πουλερικά.
Στα 0,24 ευρώ η τιμή του μαλακού σιταριού
Η τιμή του μαλακού σιταριού που χρησιμοποιείται για ζωοτροφή διαμορφώνεται στα 0,24 ευρώ το κιλό. Η μέση παραγωγή του σίτου είναι μεταξύ 400-700 κιλών το στρέμμα. Το κόστος της καλλιέργειας φτάνει τα 60-80 ευρώ το στρέμμα. Οι τιμές του καλαμποκιού, αφού έφτασαν τα 0,25 ευρώ το κιλό στην ευρωπαϊκή αγορά στα μέσα του καλοκαιριού, σημείωσαν μια μικρή διόρθωση στα 0,23 ευρώ το κιλό μερικές εβδομάδες αργότερα. Η μέση παραγωγή στον αραβόσιτο είναι 1.200 κιλά το στρέμμα και το κόστος καλλιέργειας φτάνει 100-120 ευρώ το στρέμμα. Επίσης οι τιμές της βρώ?ης διπλασιάστηκαν την τελευταία διετία. Πιο συγκεκριμένα, για κτηνοτροφική χρήση η τι?ή της βρώ?ης διαμορφώνεται στα 0,20 ευρώ το κιλό. Το κτηνοτροφικό κριθάρι πωλείται στα 0,23 ευρώ το κιλό, σημειώνοντας την υψηλότερη τιμή των τελευταίων τριών ετών.
Η σίκαλη πωλείται στα 0,17 ευρώ το κιλό για κτηνοτροφική χρήση. Η μέση παραγωγή τους είναι 220-500 κιλά το στρέμμα και το κόστος καλλιέργειας 50-60€ το στρέμμα. Τα φθινοπωρινά σιτηρά σπέρνονται το φθινόπωρο με μία ποσότητα σπόρου 15-18 κιλά το στρέμμα. Οι ποσότητες των λιπασμάτων δεν είναι μεγάλες, ενώ δεν γίνεται συνήθως κανένας ψεκασμός, εκτός από περιπτώσεις καταπολέμησης ζιζανίων. Τα σιτηρά συνήθως δεν αρδεύονται.
Ο βίκος
Ο βίκος προσαρμόζεται καλύτερα στις μέτριες θερμοκρασίες, ενώ είναι ευαίσθητος στις χαμηλές θερμοκρασίες. Ο βίκος μπορεί να καλλιεργηθεί σε ένα σύστημα εναλλαγής καλλιεργειών (αμειψισποράς) και να ακολουθήσει τον αραβόσιτο ή το βαμβάκι. Δεν έχει πολλές απαιτήσεις για την προετοιμασία του χωραφιού πριν από τη σπορά του. Η σπορά γίνεται στις βόρειες περιοχές της χώρας την άνοιξη, ενώ στις νότιες μπορεί να γίνει από το φθινόπωρο. Η ποσότητα του σπόρου είναι 8-10 κιλά το στρέμμα. Συνιστάται η λίπανσή του με μία ποσότητα 30-40 κιλών το στρέμμα με ένα φωσφορικό λίπασμα. Μπορεί να συγκαλλιεργηθεί με ένα σιτηρό, όπως είναι το κριθάρι, η σίκαλη, η βρώμη.
Η συγκομιδή του γίνεται όταν οι πρώτοι του λοβοί έχουν σχηματιστεί και γίνεται με χορτοκοπτικό. Ακολουθεί αποξήρανση στο χωράφι και δεματοποίηση.
Οι αποδόσεις του βίκου είναι 500-100 κιλά το στρέμμα σε σανό και 150-220 κιλά σε σπόρο, ενώ το κόστος καλλιέργειας φτάνει τα 40-50 το στρέμμα.
ΠΟΥ ΘΑ ΑΠΕΥΘΥΝΘΩ
Κάσσανδρος Γάτσιος. Γεωπόνος-Σύμβουλος Επιχειρήσεων - Εταιρεία SYMAGRO. Επιστημονικό & Τεχνολογικό Πάρκο Ηπείρου. Τηλ. 6944846475 26510-07653. FAX: 26510-07674. info@symagro.com
Κώστας Νάνος
πηγή