Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

Νάουσα: Γιανίτσαροι και Μπούλες με «πρόσωπο» και ψυχή


Νάουσα: Γιανίτσαροι και Μπούλες με «πρόσωπο» και ψυχή


Αυθεντικό αποκριάτικο δρώμενο, μια τελετή μύησης στην ιστορία της πόλης και συμμετοχής στα κοινά




 
Στιγμιότυπο από το αποκριάτικο έθιμο που πραγματοποιείται στην τελευταία Κυριακή της Αποκριάς και την Καθαρή Δευτέρα στους δρόμους της Νάουσας
Ο πρόσωπος, δηλαδή οι μάσκες φοριούνται μόνο εφόσον κάποιος έχει συμπληρώσει το 16ο έτος της ηλικίας του και κατασκευάζονται από ειδικούς τεχνίτες
Ο αρχηγός ζητά από τον δήμαρχο να δώσει την άδεια στο μπουλούκι, που είναι συγκεντρωμένο έξω από το δημαρχείο, να ξεκινήσει τις χορευτικές πατινάδες στους δρόμους της πόλης
Ο δεξιοτέχνης του ζουρνά, Βαγγέλης Ψαθάς (αριστερά), επίτιμος διδάκτωρ του Τμήματος Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας συνοδεύει για περισσότερα από πενήντα χρόνια τα μπουλούκια των Γιανίτσαρων (κέντρο και δεξιά)
Υπό τους προσκλητικούς ήχους του νταουλιού και τους παρακλητικούς του ζουρνά οι Γιανίτσαροι μαζεύουν από τα σπίτια τους τα μέλη των μπουλουκιών (δεξιά), ενώ το ποτό ρέει άφθονο στο διονυσιακό γλέντι
Κάπου 20 με 25 κιλά εξαρτήματα έχει η παραδοσιακή φορεσιά του Γιανίτσαρου, τα οποία παλιά έραβαν ένα-ένα στο στήθος, την φουστανέλα και στην πλάτη
Μόνο για τον θώρακα της στολής του Γιανίτσαρου χρειάζονται 750 μεταλλικές δραχμές κοπής 1926 ή παλιά δεκάρικα αφού οι δραχμές παρουσιάζουν έλλειψη
Γίνεται την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς και την Καθαρή Δευτέρα, αλλά είναι κάτι παραπάνω από ένα διονυσιακό ξέσπασμα. Είναι μια τελετή ενηλικίωσης των νέων, μύησης στην ιστορία της πόλης και συμμετοχής στα κοινά. Μα για τον επισκέπτη είναι ένα αυθεντικό και θεαματικό δρώμενο, από το οποίο μπορεί να πάρει κομματάκια από τη συγκίνηση που σκορπά στην ατμόσφαιρα.

Συγκλονιστικό!
Δεν ήμασταν προετοιμασμένοι να ζήσουμε ένα τόσο δυνατό δρώμενο, βγαλμένο κατευθείαν από την ψυχή της Νάουσας. Πηγαίναμε να παρακολουθήσουμε ένα εντυπωσιακό, το ξέραμε, αποκριάτικο έθιμο και βρεθήκαμε μέσα στη δίνη του Γιανίτσαρου και της Μπούλας, συνεπαρμένοι από τον αισθαντικό ήχο του ζουρνά (του Βαγγέλη) και του νταουλιού, που μας έπαιρνε και μας έφερνε από τη χαρά στη λύπη και τανάπαλιν.

Ηταν η τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, αλλά αυτά τα μπουλούκια από ασημοστολισμένους, επιβλητικούς Γιανίτσαρους και πολύχρωμες, πιο υποταγμένες, Μπούλες δεν πήγαιναν μόνο για ένα διονυσιακό ξεφάντωμα, αλλά και για πόλεμο. Το μαντίλι που έχουν δεμένο στο χέρι είναι για χαρά, τον χορό, αλλά είναι και για λύπη, τον θάνατο για την πατρίδα και την ελευθερία.

Δεν ξέραμε ότι οι Γιανίτσαροι και οι Μπούλες θα μας συνέπαιρναν μετατρέποντάς μας από απλούς θεατές σε συγκινημένους συμμέτοχους στα άγια και στα όσια της ανοιχτόκαρδης πόλης. Κι επειδή έχουμε μεγαλώσει σε παραδοσιακό περιβάλλον, μπορούμε να ξεχωρίσουμε τι βγαίνει από την ψυχή μιας κοινότητας και τι από το κεμέρι της…


Το «μάσιμο» του μπουλουκιού
Κατεβαίναμε από τον Αγιο Νικόλαο προς το κέντρο της Νάουσας, σχεδόν ανυποψίαστοι, για να δούμε το ντύσιμο του Γιανίτσαρου στο Κονάκι. Ομως οι Γιανίτσαροι είχαν ήδη βγει στους δρόμους. Ακούσαμε από μακριά τον προσκλητικό ήχο του νταουλιού (ντουπ! ντουπ! ντουπ!) και τον παρακλητικό του ζουρνά. Τα όργανα και δυο-τρεις Γιανίτσαροι μάζευαν από τα σπίτια τους τα μέλη του ενός από τα πέντε μπουλούκια που θα πήγαιναν σήμερα στην πλατεία του Δημαρχείου για να πάρουν άδεια από τον δήμαρχο να βγάλουν τις πάλες από τα θηκάρια τους και να χορέψουν έχοντας καλυμμένο το πρόσωπό τους με «προσωπάδες».

Στο μπαλκόνι εμφανίστηκε ο Γιανίτσαρος με υψωμένα τα χέρια. Οι άλλοι από κάτω τον προσκάλεσαν να κατέβει γέρνοντας τον κορμό τους προς τα πίσω και κάνοντας τα ασημικά που είναι φορτωμένο το στήθος τους να κουδουνίζουν. Ο Γιανίτσαρος εξαφανίζεται από το μπαλκόνι και εμφανίζεται στην πόρτα της εισόδου. Κάνει τον σταυρό του, φιλά το χέρι στον πατέρα και τη μητέρα και χαιρετά τους συντρόφους του πηδώντας και στα δυο του πόδια. Πιάνεται χεράκι με τους άλλους και ξεκινούν για το σπίτι του επόμενου μέλους του μπουλουκιού.
Το μπουλούκι πληθαίνει και μπροστά τώρα πάνε τα παιδιά, ντυμένα Γιανίτσαροι αλλά χωρίς «πρόσωπο», χωρίς μάσκα. Κρατούν κι αυτά χεράκι μεταξύ τους και αδημονούν να πατήσουν τα 16 χρόνια για να βάλουν «πρόσωπο» με το τσιγκελωτό μουστάκι. Οι «θεόρατοι» Γιανίτσαροι τρομάζουν έναν πολύ μικρό, ο οποίος ξεσπά σε κλάματα στην αγκαλιά της μάνας του, χωρίς να έχει συνειδητοποιήσει ότι είναι κι αυτός ντυμένος κάτι σαν Γιανίτσαρος και προετοιμάζεται για τον ρόλο που θα παίξει έπειτα από μερικά χρόνια.

Σε ένα σπίτι εμφανίζεται στην πόρτα μια διαφορετική φιγούρα. Η Μπούλα, άντρας ντυμένος γυναικεία, κάνει κι αυτή τον σταυρό της αλλά είναι πιο ενδοτική στο χειροφίλημα. Μπορεί να γέρνει το σώμα της προς τα μπροστά και να κάνει υποκλίσεις, σε αντίθεση με τους Γιανίτσαρους που δεν προσκυνούν αλλά μόνο γέρνουν το σώμα τους προς τα πίσω και κουνούν τον κορμό τους με τα ασημικά. Η Μπούλα έχει τον σκοπό της που προσκυνά, γιατί με την υπόκλιση της βάζουν χρήματα στη τσέπη, που κάποτε ήταν απαραίτητα για τον απελευθερωτικό αγώνα.

Ολόκληρο το έθιμο φαίνεται ότι είχε προσαρμοστεί στην εθνική υπόθεση εκείνη την περίοδο, αφού κάτω από το «πρόσωπο» της Αποκριάς μπορούσαν να κρυφτούν και κλέφτες και να στρατολογούν παλικάρια για τον πόλεμο. Αυτές οι αναμνήσεις εμφανίζονται έντονα σήμερα.

Ο Γιανίτσαρος και η Μπούλα κάνουν επιδεικτικά τον σταυρό τους, αποχαιρετούν τους δικούς τους και στο χέρι τους ανεμίζει ένα μαντίλι που τώρα χρησιμοποιούν για τον χορό, αλλά κάποτε το είχαν για να τους δέσουν τα χέρια αν έπεφταν στον πόλεμο για τον οποίο θα έφευγαν μαζί με τους άλλους μυημένους του μπουλουκιού, όταν θα τελείωνε η επίσκεψη και η δήλωση υποταγής στον Τούρκο μουντήρη.

Τελευταία περνούν από το σπίτι του αρχηγού του μπουλουκιού, ο οποίος παίρνει θέση δίπλα στο νταούλι για να του λέει ποια πατινάδα θα παίξει και κινούν για το Δημαρχείο.


Το ντύσιμο του Γιανίτσαρου
Ξημερώματα Κυριακής στο σπίτι της Λίας Ναουμίδη και του Φίλιππου Τσίτση, έχει χτυπήσει συναγερμός. Ο γιος τους, ο Αναστάσης, θα ντυθεί Γιανίτσαρος. Στέκεται στη μέση του σαλονιού μαζί με τον παλιό Γιανίτσαρο που τον ντύνει και γύρω είναι απλωμένα όλα τα κομμάτια και τα εξαρτήματα της στολής.

Η Λία στέκει παραδίπλα με το βελόνι έτοιμο: ράψε εδώ, ράψε εκεί… Παλιά έραβαν ένα-ένα τα ασήμια του στήθους και της φουστανέλας, το γκιουρντάνι, το χαϊμαλί, τον σταυρό με το τίμιο ξύλο, το κιουστέκι της πλάτης, την καρφίτσα στο ταράμπουλο πάνω από το πρόσωπο. Κάπου 20 με 25 κιλά εξαρτήματα που ήταν δύσκολο να τα βγάλουν και να τα ξαναράψουν και γι' αυτό το βράδυ της Κυριακής, μετά από 12 ώρες πορεία και χορό με αυτό το βάρος, κοιμόντουσαν στην καρέκλα για να είναι έτοιμοι και την Καθαρή Δευτέρα να βγουν στη γύρα χωρίς τους προσωπάδες. Μόνο για τον θώρακα χρειάζονται 750 μεταλλικές δραχμές κοπής 1926 ή παλιά δεκάρικα αφού οι δραχμές παρουσιάζουν έλλειψη.

Ο πρόσωπος φτιάχνεται από ειδικούς τεχνίτες, όπως η οικογένεια Καρύδα στο «Κονάκι», από χοντρό ύφασμα με γύψο από έξω και κερί από μέσα για δροσιά, για το πρόσωπο του κάθε Γιανίτσαρου, ο οποίος είναι αναγκασμένος να βλέπει από δύο μικρές τρύπες και να αναπνέει από άλλες δύο ακόμη πιο μικρές.

Ενα ακόμη μικρό άνοιγμα είναι το στόμα. Το μουστάκι γίνεται από αλογότριχα και κατράμι. Η μάσκα της Μπούλας μοιάζει πολύ με τις αρχαίες μάσκες. Ο πρόσωπος της Μπούλας περιβάλλεται από λουλούδια, τούλια και κορδέλες και έχει το σημάδι της παντρεμένης Ανατολίτισσας στο κούτελο, ενώ του Γιανίτσαρου από το ταράμπουλο, τρία κομμάτια ύφασμα, που τα καλύτερα τα έφερναν από την Πόλη, ενωμένα μεταξύ τους με «ψαροκόκαλο», μια παλιά τεχνική κεντήματος.

Στον γύρο διακοσμείται με χειροποίητα φουντάκια. Σε φούντες καταλήγουν και οι άκρες του κορδονιού της μακριάς πάλας του αντάρτη που μένει στο θηκάρι της μέχρι ο δήμαρχος να δώσει την άδεια στο μπουλούκι να κάνει πατινάδα στους δρόμους της πόλης. Τα εξαρτήματα της στολής και όλα όσα έχουν να κάνουν με το δρώμενο έχει καταγράψει το Τάκης Μπάιτσης στο βιβλίο του «Γιανίτσαροι και Μπούλες της Νάουσας».


Παίζουν οι Ψαθάδες...
Ο 76χρονος, σήμερα, Βαγγέλης Ψαθάς αναγορεύθηκε πριν από μερικά χρόνια επίτιμος διδάκτωρ του Τμήματος Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, ως σημαντικός δεξιοτέχνης του ζουρνά. Εδώ και πάνω από πενήντα χρόνια συνοδεύει μπουλούκια των Γιανίτσαρων. Ηταν δεν ήταν έξι χρονών όταν στο θέρος έφτιαξε με καλαμιά την πρώτη αυτοσχέδια φλογέρα του.

Μετά έστηνε αφτί για να μάθει τραγούδια, όπως έλεγε ο ίδιος. Και έφτιαχνε μόνος του τους ζουρνάδες του, για να έχουν το ηχόχρωμα που ήθελε αυτός. Λένε πως εκείνος κράτησε ζωντανές τις μουσικές των Γιανίτσαρων και τις παρέδωσε στις επόμενες γενιές, αφού μετά την Κατοχή μόνο αυτός ήξερε να παίζει ζουρνά.

Στο μπουλούκι που ακολουθήσαμε στο μάσιμο τον «ζαλιστό» σκοπό έπαιζε με την ψυχή του και τον ζουρνά του ο εγγονός Βαγγέλης Ψαθάς, κι αυτός από παιδί 12-13 χρονών στα μπουλούκια. Στην πλατεία μπροστά στο δημαρχείο έπαιξε και ο παππούς.


Οι πατινάδες των γυμνών σπαθιών
Στο Δημαρχείο το μπουλούκι «προσκυνά», οι Μπούλες - δυο και τρεις καμιά φορά - γέρνουν το σώμα προς τα εμπρός και οι Γιανίτσαροι - ως και 40 - προς τα πίσω. Ο αρχηγός και μια Μπούλα ανεβαίνουν και ζητούν από τον δήμαρχο Αναστάσιο Καραμπατζό να τους δώσει την άδεια να χορέψουν στους δρόμους της πόλης.

Ο δήμαρχος τώρα δέχεται το αίτημα με χαρά, αλλά παλιά ο τούρκος διοικητής έπρεπε να δει πίσω από τον πρόσωπο ευυπόληπτους πολίτες της πόλης, οι οποίοι έπρεπε να τον βεβαιώσουν ότι όλο το μπουλούκι τους είναι καθώς πρέπει για να δώσει την άδειά του. Θα έβγαζαν και τη μάσκα όλοι αν δεν ήταν τόσο περίπλοκο να τη βάλουν ξανά. Βέβαια μέσα στο μπουλούκι υπήρχαν και οι επαναστάτες, τους οποίους αντικαθιστούσαν νομοταγείς πολίτες λίγο προτού χρειαστεί να βγάλουν τον πρόσωπο στ' Αλώνια. Είδαν τους δικούς τους, μίλησαν με τα νέα παλικάρια και πήραν χρήματα για τον αγώνα.
Ο δήμαρχος και ο αρχηγός βγαίνουν στο παράθυρο και χαιρετούν το μπουλούκι που τους χαιρετά κι αυτό. Τώρα μπορούν να αρχίσουν οι χορευτικές πατινάδες στους δρόμους της πόλης. Πριν όμως, στην πλατεία, χορεύουν τη μελωδία «Κάτω στη Ρόιδο, στη Ροϊδοπούλα, Τούρκος αγάπησε μια Ρωμιοπούλα» ανεμίζοντας τα μαντίλια που έχουν δεμένα στο χέρι τους. Οι πάλες βγαίνουν από τα θηκάρια όταν ακούγεται ο Θούριος του Ρήγα, «ως πότε παλικάρια θα ζούμι στα στενά…».

Ο αρχηγός του μπουλουκιού θα χορέψει την «Παπαδιά» και η Μπούλα θα μπει μπροστά για να σύρει τη «Μακρινίτσα», τον χορό που χόρεψαν οι γυναίκες πέφτοντας στην Αράπιτσα μετά τον χαλασμό της Νάουσας στα 1822: «Τρία πουλάκια, αμάν και αϊμάν, κι αν κάθουνταν / στης Νιάουστας το κάστρο - Μακρινίτσα μου - καημό πόχει η καρδίτσα μου».

Ο «Νιζάμικος» είναι ο πιο ζωηρός χορός, χτυπούν οι πάλες, και το μπουλούκι ακολουθεί προκαθορισμένο δρομολόγιο χορεύοντας στα τριώδια της κάθε γειτονιάς τη δική της πατινάδα, μέχρι ένα βήμα πριν από την πλατεία των Αλωνίων που βγάζουν τους πρόσωπους και χορεύουν μαζί με τον κόσμο. Πριν, όσο φορούν τις μάσκες, δεν μπορεί άλλος να μπει στον χορό τους. Στ' Αλώνια χορεύουν τη μελωδία «Δι σ' άρισαν τ' Αλώνια, Μαρίγια, τ' Αλώνια μαχαλά…». Ο τελευταίος χορός χορεύεται στα Καμένα.


Πρόσβαση
Η Νάουσα απέχει από την Αθήνα 510 χλμ. (πινακίδες προς Βέροια μετά την Κατερίνη), από τη Θεσσαλονίκη 90 χλμ. και από τη Βέροια 20 χλμ.

Διαμονή
Στον Αγιο Νικόλαο, στο ξενοδοχείο «Βέρμιο», με την πιο προνομιακή θέση, δίπλα στην Αράπιτσα (τηλ. 23320 29311-4, www.hotelvermion.gr Στη Νάουσα, στο ξενοδοχείο (και spa) «Εσπερίδες» (τηλ. 23320 20250, www.esperideshotel.gr).
Στον ωραίο boutique ξενώνα «Παλιά Πόλη» (τηλ. 23320 52520, www.paleapoli.gr).
Στο ξενοδοχείο «Χαγιάτι» (τηλ. 23320 52120, www.villavadola.gr).
Στον δρόμο για τα Τρία-Πέντε Πηγάδια, στον παραδοσιακό ξενώνα «Νιάουστα» (τηλ. 6977 412.072).
Στο Αρκοχώρι, στον ξενώνα «Βίλα Βαδόλα» (τηλ. 23320 23068).

Φαγητό
Στον Αγιο Νικόλαο, στις «Τέσσερις Εποχές», για μελιτζανόπιτα, σαρμάδες, μάντζα, λουκάνικο σχάρας, στάμνα, μπάτσο σαγανάκι, μπουγουρντί.

Μέσα στη Νάουσα, στα «Οινομαγειρέματα» (Στ. Δραγούμη, κοντά στο πάρκο), για χοιρινό στον φούρνο, μπάτσο τηγανητό, ντολμαδάκια με σπιτικά αμπελόφυλλα, χανούμισσα (μελιτζάνες με κρέας), στη «Σπονδή» (πλατεία Καρατάσου), για χορτοκεφτέδες, τηγανιά, συκώτι, λουκάνικο σβησμένο με ξινόμαυρο, στη «Φλαμουριά» (στην πλατεία Καρατάσου), για χοιρινό στον φούρνο και «γκαβόψαρα», στην «Αράπιτσα» (στον δρόμο του νοσοκομείου, δίπλα στο ποτάμι), για ζυγούρι στον φούρνο, στο «Παραδοσιακό» (Μεγάλου Αλεξάνδρου).

Στον δρόμο για τα Τρία-Πέντε Πηγάδια, στο «Βαγονάκι».

Στο Αρκοχώρι, στο «Χάραμα», για αγριογούρουνο με κάστανα, ελάφι, μανιτάρια πανέ, στον «Χαρίλα», για τσίπουρο και μεζέδες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου