Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Ο τουρισμός εφαλτήριο για τη γεωργία

Η οικονοµική σηµασία του τουρισµού για τη χώρα µας είναι γνωστή και η αναµενόµενη σηµαντική αύξησή του για φέτος δικαιολογηµένα δηµιουργεί αισιοδοξία για την απασχόληση και την οικονοµία. Βέβαια, η αυξηµένη εισροή τουριστών από πέρυσι δεν οφείλεται στο ότι, Ευρωπαίοι και µη, ανακάλυψαν τώρα τις οµορφιές της πατρίδας µας, αλλά κυρίως στις χαµηλές τιµές των ελληνικών ξενοδοχειακών επιχειρήσεων και στα προβλήµατα που υπάρχουν σε κάποιες χώρες της ευρύτερης περιοχής.

Υπάρχει όµως µία «δυσάρεστη» διαπίστωση που έχει σχέση µε τον τουρισµό και αφορά τη χρησιµοποίηση και προβολή των ελληνικών (τοπικών ή µη) προϊόντων ιδιαίτερα από τις µεγάλες ξενοδοχειακές µονάδες και τα εστιατόρια. Παραγωγοί, επιστήµονες και καταναλωτές πιστεύουµε ότι τα ελληνικά προϊόντα (ζωικής και φυτικής προέλευσης) έχουν ποιοτική υπεροχή έναντι των αντίστοιχων εισαγόµενων λόγω, κυρίως, των οργανοληπτικών τους χαρακτηριστικών. Το έδαφος, το κλίµα, η ηλιοφάνεια, το γενετικό υλικό φυτών και ζώων της πατρίδας µας πραγµατικά και τεκµηριωµένα προσδίδουν ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά στα προϊόντα µας. Άλλωστε και όσοι ξένοι (αλλοδαποί) έχουν την τύχη να δοκιµάσουν αυθεντικά ελληνικά προϊόντα το οµολογούν µε ενθουσιασµό.

Ντοµατοσαλάτα µε σπορέλαιο και λευκό τυρί ∆ανίας

Αν εξαιρέσει κανείς κάποιες παραδοσιακές ταβέρνες, στα µεγάλα εστιατόρια και ξενοδοχεία των τουριστικών περιοχών σπάνια θα συναντήσει αυθεντικά ελληνικά προϊόντα (π.χ. φέτα, γραβιέρα, ελαιόλαδο στη σαλάτα, ελληνικό αρνάκι κ.λπ.). Αντί αυτών το σύνηθες είναι να προσφέρουν ντοµατοσαλάτα µε σπορέλαιο και λευκό τυρί ∆ανίας, κατεψυγµένο αρνί Ν. Ζηλανδίας, ευρωπαϊκά εισαγόµενα τυριά, βούτυρο στο πρωινό κ.λπ.

Οι εστιάτορες και οι ξενοδόχοι από την πλευρά τους υποστηρίζουν ότι λόγω του υψηλού ανταγωνισµού «αναγκάζονται» να χρησιµοποιούν εισαγόµενα προϊόντα χαµηλού κόστους και όχι ελληνικά που είναι ακριβότερα. Αυτό, κατά τη γνώµη µου, είναι εν µέρει αλήθεια όπως αλήθεια είναι ότι πολλοί από τους επιχειρηµατίες αυτούς δεν έχουν σχέση µε την τοπική κοινωνία και το µόνο που τους ενδιαφέρει είναι το κέρδος. Η προσέγγιση αυτή όµως δεν βοηθά ούτε τη χώρα, ούτε τους ίδιους γιατί λείπουν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά σ’ αυτά που προσφέρουν. Ένα ποσοστό πελατών (αλλοδαπών ή Ελλήνων) περιορίζεται σ’ αυτό που έχει συµφωνήσει και πληρώσει (πακέτο all inclusive). Κάποιοι, όµως, είναι διατεθειµένοι να πληρώσουν κάτι παραπάνω, για να δοκιµάσουν κάτι ξεχωριστό, κάτι τοπικό.

Δεν βοηθά η προσέγγιση all inclusive

Eστιάτορες και ξενοδόχοι, ιδιαίτερα των τουριστικών περιοχών, θα µπορούσαν να συµπεριλάβουν στους καταλόγους τους µε ευδιάκριτο τρόπο, όπως είναι για παράδειγµα «το πιάτο της ηµέρας», φαγητά και προϊόντα (τρόφιµα) αυθεντικά ελληνικά σε διαφορετική (υψηλότερη) τιµή για όποιον θέλει να τα επιλέξει και να τα δοκιµάσει, ως προαιρετική επιλογή.

Η πρόταση δεν είναι ουτοπική, ούτε δύσκολο να εφαρµοστεί. Αν σκεφθεί κανείς την απήχηση της απλής (χωριάτικης) ντοµατοσαλάτας (Greek salad) στην Ευρώπη που την έχουν συµπεριλάβει στα µενού τους, µπορεί να εκτιµήσει κανείς ποιοι ορίζοντες µπορούν να ανοιχτούν µεσο-µακροπρόθεσµα για έναν αριθµό ελληνικών προϊόντων αυθεντικών µε υπέροχη γεύση και άρωµα, αλλά και υψηλή τιµή για τον παραγωγό.

Φέτα και ελληνικό γιαούρτι 

Η φέτα, για παράδειγµα, που έγινε γνωστή σε Ευρώπη, Αµερική, Αυστραλία κλπ., διατίθεται πλέον στα Super Markets και οι ξένοι καταναλωτές την αγοράζουν. Το ίδιο µπορεί να συµβεί και µε άλλα προϊόντα που θα έχουν γνωρίσει οι τουρίστες στην πατρίδα µας. Επίσης, ας µην ξεχνάµε το παράδειγµα του ελληνικού γιαουρτιού που έχει κατακτήσει τις σηµαντικότερες αγορές (ως Greek yoghurt) και είναι όχι µόνο περιζήτητο από τους καταναλωτές, αλλά έχουν παραχθεί και αποµιµήσεις αυτού. 

Αυτό σηµαίνει ότι ακόµα και µία µικρή χώρα όπως η Ελλάδα µπορεί να κερδίσει και να επιβληθεί ακόµα και σε µία παγκοσµιοποιηµένη αγορά, αρκεί το προϊόν να είναι ασφαλές και υψηλής ποιότητας. Τέτοια προϊόντα έχουµε, αλλά πρέπει να τα προβάλλουµε. Ο τουρισµός αποτελεί ιδανική ευκαιρία διαφήµισης αρκεί να γίνει σωστά. Το θέµα είναι να εξάγουµε προϊόντα µας µε προστιθέµενη αξία και όχι µαζικά ως πρώτη ύλη. 

Το ελαιόλαδο, για παράδειγµα, το εξάγουµε µε 2 ευρώ περίπου το κιλό και πουλιέται από τους Ιταλούς σε πολλαπλάσια τιµή. Φοβάµαι ότι τον ίδιο δρόµο ακολουθεί το αίγειο γάλα που µας χαροποιεί γιατί το αγοράζουν κάποιοι Ευρωπαίοι. Η λύση για τους κτηνοτρόφους και τους µεταποιητές (τυροκόµους) είναι να εξάγουµε τυριά από αίγειο γάλα σε υψηλή τιµή (προστιθέµενη αξία) και όχι γάλα ή τυροµάζα.

Του Καθηγητή Γεωργίου Ζέρβα (Προέδρου Ελληνικης Ζωοτεχνικής Εταιρείας και Γ.Γ. Ελληνικής Γεωργικής Ακαδημίας)

www.agrotikabook.gr