Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

Αγνωστες ιστορίες πίσω από 7 τραγούδια

«Μικρός άκουγα τον Σαββόπουλο να λέει “Κιλελέρ 6 Μαρτίου 1910” και αναρωτιόμουν “τι λέει τώρα αυτός;”. Εψαξα, ρώτησα, διάβασα, έμαθα...

Η αποκρυπτογράφηση των τραγουδιών ήταν κάτι που πάντα με συγκλόνιζε... Οι δημιουργοί, νιώθοντας την ανάγκη να εκφραστούν, αφουγκράζονται με έναν μοναδικό τρόπο τα όσα συμβαίνουν γύρω τους, είτε στην κοινωνία είτε στον προσωπικό τους περίγυρο». Η περιέργεια ήταν αυτή που ώθησε τον Ηρακλή Ευστρατιάδη στο να ερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο μεγάλοι συνθέτες και δημιουργοί τραγουδιών κατέληξαν στο να καταγράψουν σε μια κόλλα χαρτί τις σκέψεις τους που αργότερα έγιναν επιτυχίες του ελληνικού μουσικού στερεώματος. Πρόκειται για μια έρευνα ετών σε ό,τι αφορά εκατό γνωστές ελληνικές επιτυχίες, που παρουσιάζεται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου «Μία Ιστορία… ένα Τραγούδι». Μάλιστα, όπως δηλώνει ο συγγραφέας του, αυτό είναι μόνον η αρχή: «Αυτά τα τραγούδια δεν αποτελούν παρά τις εκατό πρώτες ψηφίδες ενός τεράστιου ψηφιδωτού, ένα κομμάτι μόνον από μια συλλογή με ιστορίες τραγουδιών που συμπληρώνω εδώ και χρόνια. Τώρα ετοιμάζω τις επόμενες εκατό ιστορίες».
«Στης Λαρίσης το ποτάμι»



Πρόκειται, ίσως, για την πιο αστεία ιστορία σε ό,τι αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκε το τραγούδι... Στίχοι που γράφτηκαν ένα βράδυ στην τουαλέτα, πάνω σε χαρτί υγείας! Αρχές της δεκαετίας του ’60. Ο Γιώργος Μητσάκης μαζί με τη σύντροφό του Αθηνά πηγαίνει στην καφετέρια του αεροδρομίου του Ελληνικού. Κάποια στιγμή, αφού είχε προηγηθεί κουβέντα σχετικά με τη Λάρισα και τον Πηνειό, ο Μητσάκης ζήτησε συγγνώμη και πήγε στην τουαλέτα. Εκεί του ήρθε η έμπνευση! Λόγω έλλειψης… σημειωματάριου, κατέγραψε τους στίχους του πάνω στο χαρτί υγείας! Βγαίνοντας από την τουαλέτα, το έδωσε στην αγαπημένη του Αθηνά. Εκείνη γέλασε και του είπε: «Εκεί πού ήσουν, τι άλλο θα μπορούσες να γράψεις;». Ο Μητσάκης επέμενε ότι το τραγούδι θα γινόταν σουξέ. Και είχε δίκιο… Η πρώτη εκτέλεση με τον Θόδωρο Κανακάρη το 1963 σημείωσε μεγάλη επιτυχία.



«Πού ’σαι, Θανάση»



Ελάχιστοι γνωρίζουν ότι το συγκεκριμένο τραγούδι έχει γραφτεί για τον Θανάση Ευστρατιάδη, πατέρα του γνωστού σκηνοθέτη Ομηρου Ευστρατιάδη. Οταν το 1968 ο Θανάσης (θείος του συγγραφέα) έφυγε από τη ζωή χτυπημένος από την επάρατη νόσο, ο Ζαμπέτας δεν το πληροφορήθηκε αμέσως. Πέρασε καιρός και περίπου δύο χρόνια αργότερα σε μια συνάντησή του με τον Ομηρο ρώτησε: «Ομηρε, τι γίνεται το γεροντάκι σου; Εχω καιρό να τον δω!». «Δυστυχώς τον χάσαμε τον Θανάση» απάντησε ο Ομηρος. «Τι λες, ρε παιδί μου, έφυγε ο Θανάσης! Ωραίος άνθρωπος! Θα του φτιάξω τραγούδι». Λίγες ημέρες αργότερα, ο Ζαμπέτας ζήτησε από τον Βασιλειάδη να γράψει κάτι για τον φίλο του! Ο Βασιλειάδης το έγραψε και μερικές ημέρες μετά υπέστη καρδιακό επεισόδιο. Λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, έδωσε στη γυναίκα του Αννα το χειρόγραφο με τους στίχους για να το παραδώσει στον Ζαμπέτα. «Αυτό δώσ' το στον Γιώργο» της είπε και έκλεισε τα μάτια του για πάντα...



«Γαβριέλα»



Η πιο ξακουστή και επώνυμη ιερόδουλος της Αθήνας, η Γαβριέλα Ουσάκοβα, που... ξεπέταξε γενιές και γενιές εφήβων, έλεγε σχεδόν με καμάρι ότι στην πορνεία είχε μπει από τα πέντε της χρόνια. Σε μια συνέντευξή της στο περιοδικό «Ενα» το 1990 είχε αναφέρει: «Κανένα απολύτως παράπονο δεν έχω, ούτε από την κοινωνία ούτε από κανέναν, τι μου φταίει δηλαδή η κοινωνία; Αφού το 'παμε, από μικρή, πώς να το εξηγήσω, τον ήθελα τον άντρα, τον λιγουρευόμουνα. Οχι, όχι, δεν μετάνιωσα για τίποτα! Το τερπνόν μετά του ωφελίμου». Το 1991 βρέθηκε άγρια δολοφονημένη στο διαμέρισμά της. Ο Κώστας Καλδάρας έγραψε τρία χρόνια πριν από τον θάνατό της τους στίχους: «Πού πήγε η Γαβριέλα με την αλογοουρά, τα ξενύχτια μες στου δρόμου τα στενά; Πού πήγε η Γαβριέλα με τα στήθια τα βαριά, που μας τρέλαινε με κόλπα μαγικά;» και το οποίο τραγούδησε με την ιδιαίτερη φωνή του το 1988 ο Κώστας Χατζημιχάλης.



«Επιτάφιος»



Η εικόνα μιας μάνας πάνω από το άψυχο σώμα του γιου της είναι ούτως ή άλλως σπαρακτική. Δεν έχεις λόγια να την περιγράψεις. Ο Γιάννης Ρίτσος όμως, εμπνευσμένος από μια τέτοια εικόνα, έγραψε το θαυμάσιο έργο του «Επιτάφιος», το οποίο αργότερα μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης. «…Πού πέταξε τ’ αγόρι μου, πού πήγε, πού μ' αφήνει, χωρίς πουλάκι το κλουβί, χωρίς νερό οι κρίνοι» έγραψε ο Ρίτσος αναφερόμενος στο πρωινό της 8ης Μαΐου του 1936. Ηταν τότε που χιλιάδες απεργοί διαδηλωτές στη Θεσσαλονίκη εμποδίστηκαν από τη Χωροφυλακή… Ενας πυροβολισμός και ένας νεκρός ήταν ικανά για να ξεφύγει η συμπλοκή από κάθε έλεγχο. Η κατάληξη ήταν δώδεκα νεκροί απεργοί και διακόσιοι ογδόντα τραυματίες, εκ των οποίων οι τριάντα σοβαρά. Τα επεισόδια σταμάτησαν με τη μεσολάβηση του Στρατού… Τα γεγονότα, στο σύνολό τους, ενέπνευσαν τον Ρίτσο να γράψει τον «Επιτάφιο»: «Μέρα Μαγιού μού μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω, άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες επάνω». Η πρώτη εκτέλεση του έργου έγινε από τη Νάνα Μούσχουρη σε ενορχήστρωση Μάνου Χατζιδάκι, ενώ η δεύτερη έγινε από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση…



«Κακούργα πεθερά»



«Και συ κακούργα πεθερά, τους πήρες στον λαιμό σου, την κόρη σου, τον ανεψιό, τη δούλα, τον γαμπρό σου». Με απλά λόγια, το τραγούδι του Ιάκωβου Μοντανάρη, που ακούστηκε σε πρώτη εκτέλεση από τον Αντώνη Διαμαντίδη, εξιστορεί όλα όσα έγιναν εκείνο το απόγευμα της 5ης Ιανουαρίου του 1931. Οι εφημερίδες της εποχής έγραφαν: «Αγριο έγκλημα, ο εργολάβος Αθανασόπουλος δολοφονήθηκε, τεμαχίστηκε και το σώμα του ρίχτηκε στο ποτάμι». Η πεθερά του Αρτεμις Κάστρου ώθησε τον ανιψιό της να πυροβολήσει τον Αθανασόπουλο υπό την παρουσία της συζύγου του, η οποία παρακολουθούσε χωρίς να αντιδράσει, σαν να συναινούσε στη δολοφονία. Και όλα αυτά, τη στιγμή που στο διπλανό δωμάτιο κοιμόντουσαν τα τρία τους παιδιά. Στη συνέχεια, πεθερά, ανιψιός και υπηρέτρια έβαλαν το πτώμα σε μια μεταλλική σκάφη και προσπάθησαν να το κάψουν. Λόγω της έντονης μυρωδιάς που προκλήθηκε, η πανούργα πεθερά έσβησε τη φωτιά, κομμάτιασε το πτώμα και το πέταξε στο ποτάμι… Πεθερά και σύζυγος καταδικάστηκαν σε θάνατο. Λίγα χρόνια αργότερα απελευθερώθηκαν, γιατί ο διευθυντής των φυλακών είχε ερωτευτεί τη χήρα του Αθανασόπουλου…



«Ζητάτε να σας πω»



Λένε ότι μια γυναίκα μπορεί να αποτελέσει αιτία για να γίνουν τα πάντα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ένας χωρισμός αλλά και το συναίσθημα της ζήλιας ήταν αρκετά για να γραφτεί ένα από τα ωραιότερα ελληνικά τραγούδια. Το «Ζητάτε να σας πω» (σε πρώτη εκτέλεση από τον Γιώργο Πέτρου) λέγεται ότι γράφτηκε από τον Αττίκ μέσα σε πέντε λεπτά. Κατά τη διάρκεια της παράστασής του στη «Μάντρα», ο Αττίκ ήρθε αντιμέτωπος με το πιο σκληρό για εκείνον θέαμα. Η Μαρίκα Φιλιππίδου, ο έρωτας της ζωής του και δεύτερη γυναίκα του, βρέθηκε εκεί μαζί με τον νέο της συνοδό, έναν γιατρό. Για αυτήν ο Αττίκ είχε γράψει το «Είδα μάτια» και όλοι οι θαυμαστές του γνώριζαν ότι με εκείνους τους στίχους μιλούσε για τη Μαρίκα του... Οταν το κοινό είδε τη Φιλιππίδου με τον συνοδό της, για να πειράξουν τον Αττίκ, άρχισαν να του φωνάζουν να τραγουδήσει το «Είδα μάτια». Ο Αττίκ συγκινημένος ζήτησε συγγνώμη και αποχώρησε από τη σκηνή. Αφού πέρασαν πέντε λεπτά, ξαναβγήκε και άρχισε να τραγουδάει: «Ζητάτε να σας πω τον πρώτο μου σκοπό, τα περασμένα μου γινάτια. Ζητάτε είδα μάτια, με σκίζετε κομμάτια».



«Μικρός Ηρωας»



Το τραγούδι του Λουκιανού Κηλαηδόνη αναφέρεται στο ομώνυμο θρυλικό εικονογραφημένο περιοδικό του Στέλιου Ανεμοδουρά, που κυκλοφορούσε μέχρι το 1967. Αξέχαστος πρωταγωνιστής ο Γιώργος Θαλάσσης, το παιδί-φάντασμα. Το περιοδικό υπήρξε το αγαπημένο μικρών και μεγάλων και είχε τεράστια απήχηση και επιρροή τόσο στο κοινό της Ελλάδας όσο και της Κύπρου. Ο Κηλαηδόνης στους στίχους του κάνει μια σύντομη περιγραφή των ικανοτήτων και των δραστηριοτήτων του «Μικρού Ηρωα» Γιώργου Θαλάσση… «Πού είσαι τώρα και σ' έχω χάσει, καλέ μου φίλε, Γιώργο Θαλάσση. Οπου κι αν είσαι θα 'χεις γεράσει, μικρέ μου ήρωα Γιώργο Θαλάσση».