Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

Γόητρο και Τοπική Αυτοδιοίκηση

A former Taliban fighter looks on after

Οι τακτικοί μας αναγνώστες το γνωρίζουν ήδη καλά.Αλιεύουμε κείμενα από παντού.Με πολλά κριτήρια και διαφορετικά.Έτσι και σήμερα αναδημοσιεύυουμε το παρακάτω κείμενο που μας τράβηξε το ενδιαφέρον.Θα μπορούσε να έχει πολλούς άλλους τίτλους.Όπως πχ "Η δύναμη και οι αδυναμίες της Δημοκρατίας"

#Δημοσιεύθηκε στο blog christosmic.wordpress.com
Ένα από αυτά που με απασχόλησαν μετά τις δημοτικές εκλογές του 2014 και την σύντομη εμπειρία που αποκόμισα στο στίβο μιας κλειστής κοινωνίας (με ό,τι συνεπάγεται το επίθετο “κλειστός” για μια κοινωνία) είναι η απότομη αλλαγή γοήτρου σε κάποιους ανθρώπους. Άνθρωποι που έχαιραν μεγάλης εκτίμησης και ξαφνικά, μέσα από ένα λάθος, μια ατυχή δήλωση αλλά πολύ περισσότερο μέσα από την εκλογική τους ήττα, έχασαν μεγάλο μέρος του γοήτρου τους στην τοπική κοινωνία. Κοινώς, δεν τους συμπαθεί πια ο κόσμος και δεν τους στηρίζει, τουλάχιστον όχι όσο πριν. Από την άλλη μεριά, άνθρωποι οι οποίοι ουδέποτε ξεχώρισαν μέσα στο σύνολο, ουδέποτε πέτυχαν κάτι σεβαστό στη ζωή τους, άνθρωποι που δεν είχαν να επιδείξουν ούτε ζηλευτό παρελθόν ούτε -κατά τα προβλεπόμενα, ποτέ δεν ξέρεις όμως- ελπιδοφόρο μέλλον, βρέθηκαν να αναδύονται κοινωνικά ως συμπαθείς κι αναγνωρίσιμες περσόνες. Τι μεσολάβησε; Μα ασφαλώς οι εκλογές. Αυτοί οι πολίτες έχουν την τιμητική τους στο παρόν κείμενο.
"Υπάρχει ένα ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός που μεσολαβεί ανάμεσα στην προεκλογική και την μετεκλογική περίοδο. Αυτό είναι οι ίδιες οι εκλογές". Winston Churchill

Τίποτα δεν είναι ίδιο μετά τις κάλπες. Εν προκειμένω, ούτε οι φίλοι, ούτε οι εχθροί, ούτε καν ο ίδιος σου ο εαυτός τις περισσότερες φορές, αν είσαι υποψήφιος με προσδοκία εκλογής. Με το σχηματισμό του νέου Δημοτικού Συμβούλιου, τα πράγματα αποκτούν νέες ισορροπίες, πόσω μάλλον όταν αυτός έπεται μιας σκληρής προεκλογικής περιόδου όπου πολλά έχουν υποστεί ρωγμές: δημοκρατικό και ανθρωπιστικό αίσθημα, ιδιωτικότητα, κοινωνική συνοχή, οικονομικά αποθέματα, ιδεολογικά στεγανά. Εκείνοι που προφανώς τις επουλώνουν γρηγορότερα είναι οι νικητές, και οι μεγαλύτεροι νικητές της διαδικασίας δεν είναι άλλοι από τους αναδυόμενους άσημους.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι εκείνοι που “δεν έδωσαν ποτέ δικαιώματα”. Άνθρωποι που όλη τους η ζωή κινήθηκε κοντά σε αυτό που βαφτίστηκε κατά καιρούς “χαμηλός μέσος όρος” ή συνηθέστερα “νοικοκυραίοι”. Δεν πρόκειται ασφαλώς για πολίτες τρίτης κατηγορίας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα τους τοποθετούσες στις εξέχουσες εκείνες προσωπικότητες από τις οποίες μπορεί κανείς να έχει προσδοκίες και απαιτήσεις. Εν ολίγοις, στην κατηγορία εμπίπτουν συνήθως άνθρωποι χαμηλής μόρφωσης και ανύπαρκτης (βασικής ή ευρύτερης) παιδείας, άπειροι τόσο σε θέματα διαχείρισης όσο και πολιτικής, απαίδευτοι στον δημόσιο λόγο, συνήθως άκρως συντηρητικοί (πολλές φορές δογματικοί) και τέλος, επαγγελματικά μη καταξιωμένοι. Κοινώς, όχι και η καλύτερη επιλογή να ψηφίσει κανείς για τη διοίκηση ενός Δήμου, σωστά; Ωστόσο, η εμπειρία δείχνει ότι είναι μάλλον εξαιρετικά χρήσιμο να συμπεριληφθούν (και) άτομα με τέτοια χαρακτηριστικά στα ψηφοδέλτια. Γιατί όμως; Τι είναι εκείνο που μπορούν να προσφέρουν, πέρα από τη συμπλήρωση του ελάχιστου αριθμού υποψηφίων που προβλέπει ο νόμος για έναν συνδυασμό; Και τέλος, γιατί όσοι μέχρι τώρα δεν είχαν καμία απολύτως ανάγκη (και ικανότητα) να ξεχωρίσουν από το σύνολο, ξαφνικά ζητούν την ψήφο μας; Οι οπτικές είναι δύο.
1. Από τη μεριά του συνδυασμού και του επικεφαλής. Πέρα από την πιθανώς μεγάλη οικογένεια (σόι) που πιθανότατα να έχει ο εν λόγω υποψήφιος και η οποία φέρνει δυνητικά τις πρώτες εξασφαλισμένες ψήφους, οι πολίτες αυτοί συγκεντρώνουν κάποια χαρακτηριστικά τα οποία ο ίδιος ο συνδυασμός έχει μεγάλη ανάγκη για την εκλογή του:
α) Είναι άμεσα διαθέσιμοι και δεν έχουν σοβαρές υποχρεώσεις. Δεν έχουν καριέρα και η υποψηφιότητά τους δεν έρχεται εις βάρος καμιάς επαγγελματικής εξέλιξης.
β) Είναι πρόθυμοι να ακολουθήσουν το εξαντλητικό πρόγραμμα μιας προεκλογικής διαδικασίας χωρίς συνήθως να απασχολούν το μυαλό τους με ενδοιασμούς του τύπου “έχω σημαντικότερα πράγματα να κάνω”. Δεν έχουν.
γ) Είναι εύπιστοι και δεν φέρνουν αντιρρήσεις.
δ) Φανατίζονται εξαιρετικά εύκολα πολώνοντας παράλληλα ένα μέρος του εκλογικού σώματος υπέρ του συνδυασμού τους.
ε) Μη έχοντας αναμειχθεί στο παρελθόν με την τοπική αυτοδιοίκηση, ή την πολιτική εν γένει, είναι σχετικώς πολιτικά άφθαρτοι, πράγμα που ενισχύει το κλισέ της εποχής που θέλει όσους έχουν πολιτικό παρελθόν να είναι συνυπαίτιοι της κακής κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει ο τόπος.
στ) Συνήθως δεν έχουν απαιτήσεις. Ενώ με τους “ισχυρούς” υποψήφιους έχει παρατηρηθεί το φαινόμενο της συναλλαγής (υποσχέσεις, χρήματα, πολιτική κάλυψη, τοποθέτηση σε διοικητικές θέσεις μετεκλογικά κλπ) προκειμένου να πεισθούν να θέσουν υποψηφιότητα, οι αναδυόμενοι άσημοι είτε εξαγοράζονται έναντι μικροποσών και μικροεξυπηρετήσεων (σβήσε μου δυο κλήσεις στην τροχαία ή βάλε μου ρεύμα στο αυθαίρετο) είτε δεν έχουν καμία απαίτηση, συμμετέχοντας στον αγώνα για υπαρξιακούς ιδεολογικούς λόγους.
ζ) Δεν αποτελούν σοβαρούς στόχους κριτικής και επικοινωνιακών επιθέσεων, μιας και αφού βρίσκονταν πάντα στην αφάνεια, όσο κι αν αιμορραγήσουν δεν μπορούν να αποτελέσουν επικίνδυνες πληγές δημοτικότητας.
η) Δεν βασανίζονται από εσωτερικές συγκρούσεις, δεν αντιμετωπίζουν υπαρξιακά διλήμματα, δεν ζυγίζουν κεκτημένα.
2. Από τη μεριά του ίδιου του υποψηφίου ποια είναι εκείνη η δύναμη που είναι ικανή να τον βγάλει από την αδρανή ζωή του -και δη από τη μια μέρα στην άλλη- και να τον μετατρέψει από Βούδα της μετριοπάθειας, της πολιτικής υποτονικότητας και της κοινωνικής ανυπαρξίας, σε Ταλιμπάν της προεκλογικής περιόδου; Η απάντηση μοιάζει να είναι αφοπλιστικά απλή: το νόημα της ζωής.
Αν η πλήξη μιας ζωής που ταλαντεύθηκε, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, ανάμεσα στο τίποτα και στο υποτυπώδες έχει μια ευκαιρία να σπάσει, η κάθοδος στις εκλογές είναι η πλέον κατάλληλη. Ενώ στο παρελθόν οι συγκεκριμένοι πολίτες δεν είχαν καταφέρει να απασχολήσουν ποτέ την κοινή γνώμη για οποιονδήποτε λόγο με θετικό πρόσημο, ενώ η κοινωνία δεν είχε στρέψει ποτέ έστω και την ελάχιστη προσοχή πάνω τους, ενώ η άποψή τους δεν είχε επίδραση ούτε στον φούρναρη της γειτονιάς, όλα αυτά ξαφνικά ανατρέπονται. Με την υποψηφιότητά τους αποκτούν υπόσταση, αναγνωρισιμότητα και πάνω απ’ όλα ο λόγος τους έχει -έστω και ελάχιστο- βάρος. Εντάσσονται σε μια ομάδα με κοινό όραμα και παλεύουν για να το δικαιώσουν μέσα από την εκλογική διαδικασία, με απώτερο ωστόσο σκοπό την δική τους αυτοπραγμάτωση. Από την νωθρότητα του περιθωρίου λοιπόν, στην αδρεναλίνη: fair deal. Κι ενώ το παρελθόν έχει αποδείξει περίτρανα ότι υποψήφιοι με τα δικά τους χαρακτηριστικά χωνεύονται από το σύστημα με ταχείς ρυθμούς, όποιος κι αν επικρατήσει στην κάλπη, εκείνοι δίνουν με μανία τον καλύτερό τους εαυτό. Γιατί; Αφενός διότι έχουν έναν καημό: να αποδείξουν στον στενό τους περίγυρο (στη γυναίκα ή τον άντρα τους πρωτίστως) ότι δεν παντρεύτηκαν έναν άχρηστο, αλλά τον φορέα μιας καλά κρυμμένης αξίας η οποία θάφτηκε επί σειρά ετών λόγω μιας απροσδιόριστης συγκυρίας ή συνωμοσίας η οποία -ω του θαύματος- επιτέλους αναγνωρίζεται. Επίσης, νιώθουν την ανάγκη να δώσουν ένα ένα μικρό ψυχολογικό βήμα υπερηφάνειας στα παιδιά τους. Κυρίως όμως ρίχνονται στη μάχη με περισσή αφοσίωση και πίστη γιατί ξαφνικά ανακάλυψαν ένα νόημα για την ίδια τους τη ζωή: το γόητρο.
mirror
Θα ρωτήσει κανείς και με το δίκιο του “είναι κακό όλο αυτό;”.
Απάντηση: όχι δεν είναι κακό. Είναι μάλλον επικίνδυνο.
Πρώτον, γιατί η συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων δεν μπορεί να διαχειριστεί κρίσεις (δεν έμαθε ποτέ ή δεν χρειάστηκε να το κάνει), πράγμα που σημαίνει αυξημένα αισθήματα πανικού, αγανάκτησης, ψυχολογικής πίεσης και τύφλωσης σχετικά με το τι πρέπει να πράξει όταν δεν καθοδηγείται από κανέναν. Δεύτερον, φανταστείτε τη στιγμή που θα πρέπει να ψηφίσει μια εικοσάδα από αυτούς για θέματα που αφορούν τις δανειακές υποχρεώσεις ή κάποια μεγάλη αναπτυξιακή παρέμβαση του υπερχρεωμένου τους Δήμου. Ενώ δεν έχουν ιδέα πώς να διαβάζουν σωστά έναν ισολογισμό ή μια τεχνική μελέτη κάποιων εκατοντάδων σελίδων, μια και στη ζωή τους δεν χρειάστηκε ποτέ να διαβάσουν κάτι περισσότερο απαιτητικό από μια αθλητική εφημερίδα ή έναν τσελεμεντέ, τώρα καλούνται να πάρουν αποφάσεις που θα κρίνουν το μέλλον του τόπου τους. Οι καλές προθέσεις σε καμία περίπτωση δεν αρκούν. Η όλη ιστορία δεν έχει και λίγες πιθανότητες να καταλήξει σε μια μικρή τραγωδία: είτε να εξαπατηθούν από συναδέλφους τους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, είτε πάνω στη σύγχυσή και στην πίεση που τους ασκείται από διαφορετικές μεριές να πηδήξουν από το πλοίο (παραίτηση, αλλαγή στρατοπέδου, αποχή και νίπτω τας χείρας μου κ.α). Είπαμε δεν μπορούν να διαχειριστούν κρίσεις. Η Ιστορία των Δημοτικών Συμβουλίων είναι γεμάτη από τέτοιου είδους καταστάσεις. Αν παρακολουθήσει κανείς μια σειρά από Δημοτικά Συμβούλια μικρών Δήμων θα το διαπιστώσει εύκολα.
Είτε καταφέρνουν να εκπροσωπήσουν μια μερίδα κόσμου στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, είτε όχι, οι αναδυόμενοι άσημοι έχουν επιτύχει τον ενδότερο σκοπό τους και ο συνδυασμός, με τον οποίο συστρατεύονται, τον δικό του. Το στοίχημα για το μικρό πολιτικό σύμπαν της Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι το εξής: καλύτερης ποιότητας υποψήφιοι δημοτικοί σύμβουλοι και κατά συνέπεια καλύτερης ποιότητας διαχειριστές. Ασφαλώς το δικαίωμα του εκλέγεσθαι δεν μπορεί να το στερήσει κανείς σε κανένα και ασφαλώς υπάρχουν εξαιρέσεις σε όσα γράφτηκαν παραπάνω. Αλίμονο αν ο κόσμος διεπόταν από μια τόσο ανελαστική κανονικότητα. Ούτε η Τέχνη, ούτε η Πολιτική, ούτε πολλά άλλα θα είχαν λόγο ύπαρξης. Όλοι έχουμε το δικαίωμα να αναμετρηθούμε στον πολιτικό στίβο, μπορούμε όμως όλοι να ανταπεξέλθουμε στην μετεκλογική εποχή;
Όπως δεν είναι όλα τα σώματα κατάλληλα για όλα τα σπορ, όπως δεν είναι όλοι οι άνθρωποι κατάλληλοι για όλα τα επαγγέλματα, έτσι δεν είναι και όλοι οι πολίτες κατάλληλοι για τη διαχείριση του πλοίου που ονομάζεται Δήμος και το οποίο, είτε το θέλουμε είτε όχι, είναι φορτωμένο με πολύ περισσότερες ευθύνες από όσες μπορεί να αντέξει η φιλοδοξία της κατηγορίας των εν λόγω αναδυόμενων άσημων.  
Τα τέσσερα χρόνια που έπονται είναι μεγάλος πολιτικός χρόνος. Η τεχνολογία και η πρόσβαση στην πληροφορία, τη γνώση και την άποψη, η αλλαγή των πολιτικών ισορροπιών, η εμπλοκή της νεότερης γενιάς στο ζήτημα, η εμπειρία και οι συγκυρίες που καραδοκούν, συγκροτούν ένα καλό κόσκινο για να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Φτάνει να υπάρχει βούληση, μετριοπάθεια και ανοιχτά μάτια