Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013

Οι πολυεθνικές σε φορολογικό κλοιό

Η φορολόγηση τους απασχόλησε και το G20



H εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, που αυξήθηκε μετά την κρίση του 2008 , έθεσε στο στόχαστρο των φορολογικών αρχών των χωρών του ΟΟΣΑ τη φορολόγηση των πολυεθνικών επιχειρήσεων, σύμφωνα με άρθρο του David Prosser, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό T Magazine της Ernst& Young.
Πριν από 5 χρόνια φάνταζε αδιανόητο η Σύνοδος του G20 να ασχοληθεί με ζητήματα φορολόγησης επιχειρήσεων, όπως συνέβη στην τελευταία συνάντηση των 20 πιο πλούσιων χωρών του κόσμου.
Τότε η ατζέντα περιείχε θέματα  που προωθούσαν το ελεύθερο εμπόριο και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα. Η χρηματοοικονομική  όμως κρίση άλλαξε τις προτεραιότητες για τις κυβερνήσεις, που τώρα καλούνται να μειώσουν τα δημοσιονομικά ελλείμματά τους. Σε αυτό το κλίμα θα πρέπει να προστεθεί και η αντιπάθεια των πολιτών προς την επιχειρηματικότητα, που εκφράζεται μέσα στην κρίση. Η προσοχή λοιπόν έχει στραφεί στην φορολογία των επιχειρήσεων αν και , σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ,  ο εταιρικός φόρος αποτελεί μόνο το 8% των συνολικών φορολογικών εσόδων στα κράτη μέλη του ΟΟΣΑ.
Οι κυβερνήσεις  αυτήν την  περίοδο δεν έχουν επικεντρωθεί στην αύξηση των φορολογικών συντελεστών αλλά  στο να δώσουν οδηγίες στις φορολογικές αρχές τους, ώστε να μαζεύουν περισσότερους φόρους από τις επιχειρήσεις από αυτούς που πρέπει να πληρώσουν. Ο λόγος είναι ότι προσπαθούν να περιορίσουν το φορολογικό κενό που υπάρχει σε πολλές χώρες.
Φορολογικό κενό
Είναι βέβαια δύσκολο να μπορεί να υπάρχει μια ακριβής εικόνα για τους φόρους που μπορεί να συλλέξει μια χώρα, ωστόσο γίνονται κάποιες εκτιμήσεις. Για παράδειγμα στη  Μεγ. Βρετανία η φορολογική αρχή συνέλεξε 32 δισ. στερλίνες λιγότερους φόρους από ότι όφειλε. Όσον αφορά τις ΗΠΑ το ποσό υπολογίζεται στα 350δισ. δολάρια, ενώ συνολικά στην Ευρωζώνη υπολογίζεται σε 1 τρισ. ευρώ.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το φορολογικό κενό συνίσταται σε δύο ευδιάκριτα στοιχεία: υπάρχουν φόροι που δεν αποδίδονται, λόγω παράνομης συμπεριφοράς αλλά και φόροι που αποφεύγονται, με καλά σχεδιασμένες φορολογικές στρατηγικές , που στηρίζονται στο νόμο και συνολικά καταφέρνουν να στερήσουν από τις φορολογικές αρχές τα έσοδα που αναμένουν. 
Σύμφωνα με το αρθρογράφο το μεγαλύτερο ποσοστό των φόρων που χάνονται προέρχεται από τη μη απόδοση τους λόγω παράνομης συμπεριφοράς –υπολογίζεται στην Ευρωζώνη ότι είναι το 85% του 1 τρισ. χαμένων φόρων. Στη Μεγ. Βρετανία υπολογίζεται ότι περίπου το 3% των χαμένων φόρων οφείλεται στην εταιρική στρατηγική της φοροαποφυγής.
Για να περιορίσουν λοιπόν το φορολογικό κενό στη  Μεγ. Βρετανία αλλάζουν φέτος  τη νομοθεσία για τη φοροαποφυγή ενώ και στην Ε.Ε. συζητούνται νέοι κανόνες. Το ίδιο συμβαίνει και στις χώρες που είναι γνωστές ως BRIC, με την Ινδία να είναι ιδιαίτερα επιθετική στο ζήτημα της φορολογίας. Ακόμα και η πλούσια Φινλανδία πέρασε νέα νομοθεσία για τη φοροαποφυγή.
Σε αυτό το πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί διεθνώς  οι διευθυντές εταιρικής φορολόγησης  έχουν αρχίσει να συνηθίζουν στον όλο και πιο στενό έλεγχο των φορολογικών αρχών. Όπως επισημαίνουν πολλά στελέχη ο έλεγχος γίνεται συχνότερος, πιο επίμονος και επιθετικός. Παράλληλα οι φορολογικές αρχές έχουν αρχίσει να συνεργάζονται σε διακρατικό επίπεδο. Τον Οκτώβριο ανακοινώθηκε ότι επιθεωρητές σε Ιταλία και Γερμανία θα διενεργούν από κοινού φορολογικούς ελέγχους σε πολυεθνικές επιχειρήσεις.
Όπως λοιπόν διαμορφώνεται το κλίμα  οι επιχειρήσεις θα πρέπει να σκεφθούν πιο έντονα πως θα διαχειρισθούν τις φορολογικές υποθέσεις τους. Νόμιμες συμφωνίες που παλιότερα ήταν ρουτίνα, τώρα μπορεί να προκαλέσουν την προσοχή, κάτι που οι πολυεθνικές αποφεύγουν. Πέρα λοιπόν από τον όγκο δουλειάς που αυξάνεται για το τμήμα της εταιρικής φορολόγησης, οι φορολογικές υποθέσεις απασχολούν πλέον και τα δ.σ. των επιχειρήσεων, κυρίως λόγο της προβολής που μπορεί να πάρουν αυτά τα θέματα από τα ΜΜΕ .
Με τους προβολείς της δημοσιότητας στραμμένους πάνω τους, όπως εξηγεί ο κ. Prosser, έχουν δύο επιλογές. Η πρώτη είναι η αναδιοργάνωση του φορολογικού τους σχεδίου  υπό το φόβο μιας αρνητικής προβολής. Η δεύτερη αφορά την ξεκάθαρη και διαφανή παρουσίαση της φορολογικής στρατηγικής τους στους μετόχους της επιχείρησης, για να υπάρχει ένα καθαρό μήνυμα στον υπόλοιπό κόσμο. Επιπλέον, όπως επισημαίνεται από τον αρθρογράφο, ο ρόλος τους διευθυντής εταιρικής φορολογικής παίρνει κι άλλες διαστάσεις πέρα από τις καθαρά τεχνικές.
Ο μεγαλύτερος όμως φόβος των εταιρειών είναι ότι η αυξανόμενη διάθεση των κυβερνήσεων για τη φορολόγηση των εταιρικών κερδών δυσχεραίνει τον στρατηγικό σχεδιασμό τους. Η φορολογική σταθερότητα αποτελεί το σωστό περιβάλλον για να παρθούν μακροπόθεσμες επενδυτικές αποφάσεις. Το χειρότερο μάλιστα σενάριο που επεξεργάζονται  περιλαμβάνει όχι μόνο να υπάρξει μια άμεση φορολογική μεταρρύθμιση αλλά και οι τροπολογίες της να έχουν αναδρομική ισχύ.
Προς το παρόν  η εικόνα δείχνει ότι η πίεση στις επιχειρήσεις θα συνεχίσει να υπάρχει, καθώς οι κυβερνήσεις ακόμα  βρίσκονται σε κατάσταση που θα πρέπει να αποπληρώσουν τα χρέη τους, χωρίς να πληγώσουν την ανάπτυξη, να βελτιώσουν τη φορολογική συμμόρφωση και ν΄ αυξήσουν τη συλλογή φόρων.