Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Πώς θα σηκωθούμε από τον καναπέ


Τι χρειάζεται για να πειστεί ο κόσμος να αρχίσει να γυμνάζεται; Η βαθιά επιθυμία να αδυνατίσει ή να βελτιώσει τη σιλουέτα του; Η απόφαση να κρατήσει μακριά του την καρδιοπάθεια, τον διαβήτη και τον καρκίνο; Η επιθυμία να μειώσει την πίεση ή τη χοληστερίνη του, να προστατεύσει τα οστά του ή να ζήσει μέχρι τα βαθιά του γηρατειά;

Παρότι η άσκηση κάνει όλα τα προαναφερθέντα, η συντριπτική πλειονότητα των ενηλίκων στη Δύση δεν πείθεται από τις ενημερωτικές εκστρατείες που επικεντρώνονται σε αυτά τα πλεονεκτήματα, με συνέπεια να εξακολουθούν να διάγουν καθιστική ζωή και να παχαίνουν ασταμάτητα.

Τώρα, μια νέα έρευνα δείχνει πως η μελλοντική υγεία, το αδυνάτισμα και η εικόνα του σώματος δεν αποτελούν επαρκή κίνητρα για άσκηση. Αντί γι’ αυτά, οι ερευνητές που την εκπόνησαν συνιστούν να αρχίσουν εκστρατείες που θα σκιαγραφούν την άσκηση ως κάτι πολύ πιο άμεσο: έναν άριστο τρόπο για να αυξήσει κάποιος τη σημερινή ευεξία και ευτυχία του.

Σε μελέτη με 252 υπαλλήλους γραφείου, οι δόκτορες Ντέιβιντ Ινγκλντιου και Ντέιβιντ Μάρκλαντ, ψυχολόγοι από το Πανεπιστήμιο της Ουαλίας, ανακάλυψαν πως παρότι πολλοί άρχιζαν να γυμνάζονται για να χάσουν βάρος και να βελτιώσουν την εμφάνισή τους, λίγοι συνέχιζαν για καιρό την προσπάθεια.

Αντιθέτως, όσοι άρχιζαν να ασκούνται για να διώξουν το στρες και να νιώσουν καλύτερα, απεδείχθησαν πολύ πιο πιστοί και επίμονοι στην προπόνησή τους. «Πρέπει να δοθεί έμφαση στα οφέλη της άσκησης, στην ευεξία και την απόλαυση», συνεπέραναν οι ερευνητές.

«Η γυμναστική πρέπει να αποκτήσει κάποια συσχέτιση με την καθημερινότητα των πολιτών», συνηγορεί η ερευνήτρια δρ Μισέλ Λ. Σέγκαρ, από το Ιδρυμα Μελέτης των Γυναικών και του Φύλου στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν. «Το ημερήσιο πρόγραμμα όλων μας είναι γεμάτο με ατέλειωτες υποχρεώσεις και μοιραία προσθέτουμε μόνο τα απολύτως απαραίτητα».

Η δρ Σέγκαρ είναι μία από τις ειδικούς που πιστεύουν ότι ουδείς θα επενδύσει στην άσκηση εάν αντιμετωπίζει τα οφέλη της ως κάτι μακρινό ή θεωρητικό.

Οχι τιμωρία

«Μελέτες έχουν δείξει πως όσοι πιστεύουν ότι η γυμναστική ωφελεί σήμερα την ποιότητα της ζωής τους, ασκούνται πολύ περισσότερο από ό,τι όσοι τη θεωρούν απαραίτητη για τα μελλοντικά οφέλη της στην υγεία», λέει.

«Το άμεσο κέρδος από την άσκηση είναι πολύ πιο ισχυρό ως κίνητρο από όσο το μακροπρόθεσμο. Το να νιώθει, λ.χ., κάποιος χαρούμενος και λιγότερο στρεσαρισμένος είναι πολύ πιο ισχυρό από ό,τι το να μην πάθει, ενδεχομένως, καρδιοπάθεια ή καρκίνο κάποια στιγμή στη ζωή του».

Η δρ Σέγκαρ το θέτει ως εξής: «Η γυμναστική αποτελεί ελιξήριο της ζωής, αλλά δεν το διδάσκουμε αυτό στον κόσμο. Αντιθέτως, τους λέμε ότι είναι ένα χάπι ή μια τιμωρία για τα περιττά κιλά τους – και αυτό δεν πρόκειται ποτέ να τους πείσει».

Αλλες μελέτες έχουν δείξει ότι το αν θα εντάξει κάποιος για πάντα την άσκηση στη ζωή του ή όχι εξαρτάται από την ηλικία, το φύλο, τις συνθήκες της ζωής του, ακόμα και την εθνικότητά του. Οι φοιτητές λ.χ. παρακινούνται από το αδυνάτισμα, αλλά συνεχίζουν όταν διαπιστώνουν ότι με την καθημερινή προπόνηση απαλλάσσονται από το στρες.

Οι ηλικιωμένοι, από την πλευρά τους, μπορεί να αρχίσουν επειδή ανησυχούν για την υγεία τους, αλλά συνεχίζουν εάν κάνουν φίλους στο γυμναστήριο ή νιώσουν πως εντάσσονται σε μια ομάδα – στοιχεία που συχνά απουσιάζουν από τη ζωή τους.

Αντίστοιχα, σε πρόσφατη μελέτη με 1.690 υπέρβαρους ή παχύσαρκους άνδρες και γυναίκες, η δρ Σέγκαρ ανακάλυψε ότι για τις γυναίκες το πιο ισχυρό κίνητρο για να μην εγκαταλείψουν την άσκηση ήταν το αίσθημα ευεξίας που αποκόμιζαν. Οι δε άνδρες ανέφεραν μεν πως γυμνάζονται σε βάθος χρόνου επειδή θέλουν να φροντίσουν τη σωματική υγεία τους, αλλά η δρ Σέγκαρ πιστεύει πως το είπαν αυτό επειδή δεν ένιωθαν άνετα να εκδηλώσουν τα ψυχικά οφέλη που αποκόμιζαν.

«Συντηρούμε αυτό που μας συντηρεί», προσθέτει παραστατικά. «Αν, συνεπώς, θέλουμε να μπει η άσκηση στη ζωή των ανθρώπων και να μείνει εκεί, πρέπει να τους διδάξουμε πόσο καλύτερη θα γίνει η ζωή τους μαζί της».
πηγή